Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανηγύρι

/pa.niˈʝi.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. εορτασμός θρησκευτικής γιορτής σε έναν τόπο με φαγητά και χορούς Βικιλεξικό
  2. η εμποροπανήγυρη Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηεκδήλωση μεγάλης χαράς και ενθουσιαμού Βικιλεξικό
    • κάναμε πανηγύρι όταν μάθαμε τα καλά νέα
    • Τί νταραβέρι καὶ τί κακό ! τί πανηγύρι μοναδικό !
    • 1885 - ⌘ Γεώργιος Σουρής, Ο Ρωμηός, δεύτερος χρόνος, σελ. 3 @google.gr/books
  4. μεταφορικάτσακωμός, φασαρία Βικιλεξικό
    • θα γίνει μεγάλο πανηγύρι (ή θα έχουμε πανηγύρια) αν το μάθει ο πατέρας σου

Ετυμολογία

πανηγύρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πανηγύρι / πανηγύριον ελληνιστική κοινή πανηγύριον < αρχαία ελληνική πᾰνήγῠρις < → δείτε πᾶς + ἄγυρις, ἀγορά < ἀγείρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπανηγύριπανηγύρια
Γενικήπανηγυριούπανηγυριών
Αιτιατικήπανηγύριπανηγύρια
Κλητικήπανηγύριπανηγύρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →