πανηγύρι
•
- εορτασμός θρησκευτικής γιορτής σε έναν τόπο με φαγητά και χορούς Βικιλεξικό
- η εμποροπανήγυρη Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεκδήλωση μεγάλης χαράς και ενθουσιαμού Βικιλεξικό
- κάναμε πανηγύρι όταν μάθαμε τα καλά νέα
- Τί νταραβέρι καὶ τί κακό ! τί πανηγύρι μοναδικό !
- 1885 - ⌘ Γεώργιος Σουρής, Ο Ρωμηός, δεύτερος χρόνος, σελ. 3 @google.gr/books
- μεταφορικάτσακωμός, φασαρία Βικιλεξικό
- θα γίνει μεγάλο πανηγύρι (ή θα έχουμε πανηγύρια) αν το μάθει ο πατέρας σου
Ετυμολογία
πανηγύρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πανηγύρι / πανηγύριον ελληνιστική κοινή πανηγύριον < αρχαία ελληνική πᾰνήγῠρις < → δείτε πᾶς + ἄγυρις, ἀγορά < ἀγείρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανηγύρι | πανηγύρια |
| Γενική | πανηγυριού | πανηγυριών |
| Αιτιατική | πανηγύρι | πανηγύρια |
| Κλητική | πανηγύρι | πανηγύρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →