εμποτίζω
•
- κυριολεκτικάμουσκεύω κάτι ως το εσωτερικό του Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπηρεάζω κάποιον με μια ιδέα, ένα συναίσθημα κ.λπ., μέχρι να τα ενστερνιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εμποτίζω < (εν-) εμ- + ποτίζω < αρχαία ελληνική ποτίζω < πότος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh₃- (πίνω) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική imbiber)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εμποτίζω | εμποτίζεις | εμποτίζει | εμποτίζουμε | εμποτίζετε | εμποτίζουν / εμποτίζουνε |
| Παρατατικός | εμπότιζα | εμπότιζες | εμπότιζε | εμποτίζαμε | εμποτίζατε | εμποτίζαν / εμποτίζανε / εμπότιζαν |
| Αόριστος | εμπότισα | εμπότισες | εμπότισε | εμποτίσαμε | εμποτίσατε | εμποτίσαν / εμποτίσανε / εμπότισαν |
| Μέλλοντας | θα εμποτίζω / θα εμποτίσω | θα εμποτίζεις / θα εμποτίσεις | θα εμποτίζει / θα εμποτίσει | θα εμποτίζουμε / θα εμποτίσουμε | θα εμποτίζετε / θα εμποτίσετε | θα εμποτίζουν / θα εμποτίζουνε / θα εμποτίσουν / θα εμποτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εμποτίσει | έχεις εμποτίσει | έχει εμποτίσει | έχουμε εμποτίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εμποτίσει | είχες εμποτίσει | είχε εμποτίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εμποτίσει / να εμποτίζω / να εμποτίσω | να έχεις εμποτίσει / να εμποτίζεις / να εμποτίσεις | να έχει εμποτίσει / να εμποτίζει / να εμποτίσει | να έχουμε εμποτίσει / να εμποτίζουμε / να εμποτίσουμε | να εμποτίζετε / να εμποτίσετε | να εμποτίζουν / να εμποτίζουνε / να εμποτίσουν / να εμποτίσουνε |
| Προστακτική | — | εμπότιζε / εμπότισε | — | — | εμποτίζετε / εμποτίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εμποτίστηκαεμποτίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →