ενδεής
•
- λόγιοπολύ φτωχός, που ζει στερούμενος τα αναγκαία αγαθά, μέσα στην ένδεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδεής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνδεής < ἐνδέω (έχω ανάγκη, είμαι κατώτερος) < ἐν + δέω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδεής | ενδεής | ενδεές |
| Γενική | ενδεούς | ενδεούς | ενδεούς |
| Αιτιατική | ενδεή | ενδεή | ενδεές |
| Κλητική | ενδεή / ενδεής | ενδεής | ενδεές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδεείς | ενδεείς | ενδεή |
| Γενική | ενδεών | ενδεών | ενδεών |
| Αιτιατική | ενδεείς | ενδεείς | ενδεή |
| Κλητική | ενδεείς | ενδεείς | ενδεή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →