ένδεια
•
- λόγιοη απόλυτη φτώχια, η στέρηση κάθε οικονομικού πόρου, η απορία Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη έλλειψη ηθικών ή πνευματικών μέσων ή αρετών Βικιλεξικό
- υπάρχει σχετική ένδεια μελετών που βασίζονται σε μετρήσιμα στοιχεία
Ετυμολογία
ένδεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔνδεια < ἐνδεής < ἐνδέω < ἐν + δέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ένδεια | ένδειες |
| Γενική | ένδειας | ενδειών |
| Αιτιατική | ένδεια | ένδειες |
| Κλητική | ένδεια | ένδειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →