Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ένδεια

/ˈen.ði.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη απόλυτη φτώχια, η στέρηση κάθε οικονομικού πόρου, η απορία Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη έλλειψη ηθικών ή πνευματικών μέσων ή αρετών Βικιλεξικό
    • υπάρχει σχετική ένδεια μελετών που βασίζονται σε μετρήσιμα στοιχεία

Ετυμολογία

ένδεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔνδεια < ἐνδεής < ἐνδέω < ἐν + δέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήένδειαένδειες
Γενικήένδειαςενδειών
Αιτιατικήένδειαένδειες
Κλητικήένδειαένδειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →