Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδιαφέρων

/en.ði̯aˈfe.ɾon/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προσελκύει το ενδιαφέρον, που τραβάει την προσοχή Βικιλεξικό
    • Είναι ενδιαφέρων άνθρωπος, ασχολείται με πολλά πράγματα.
    • Χθες είδαμε μια ενδιαφέρουσα ταινία στον κινηματογράφο.
    • Έχει ενδιαφέρον πρόσωπο. (το βρίσκω ελκυστικό ή ιδιαίτερο)
    • Είναι ενδιάφερον ότι οι μέρες φαίνονται να περνάνε ολοένα και πιο γρήγορα καθώς μεγαλώνεις. (περιέργως...)
    • Βρίσκω ενδιαφέροντα όσα λες. (ενδιαφέρομαι για/με ενδιαφέρουν αυτά που λες)
  2. το ουδέτερο ως ουσιαστικόαυτό που αξίζει την προσοχή μας Βικιλεξικό
    • Το ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ κάποιες μέρες δεν θυμάσαι ούτε ένα σου όνειρο, άλλες μέρες θυμάσαι πάρα πολλές.
    • Το ενδιαφέρον έγκειται στο ότι η διδακτική αυτή μέθοδος γίνεται μόνο με την σκέψη και τον διάλογο και η γραφή δεν επιτρέπεται.

Ετυμολογία

ενδιαφέρων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενδιαφέρω,(μεταφραστικό δάνειο) γαλλική intéressant

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδιαφέροντας / ενδιαφέρωνενδιαφέρουσαενδιαφέρον
Γενικήενδιαφέροντα / ενδιαφέροντοςενδιαφέρουσας / ενδιαφερούσηςενδιαφέροντος
Αιτιατικήενδιαφέρονταενδιαφέρουσαενδιαφέρον
Κλητικήενδιαφέροντα / ενδιαφέρωνενδιαφέρουσαενδιαφέρον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδιαφέροντεςενδιαφέρουσεςενδιαφέροντα
Γενικήενδιαφερόντωνενδιαφερουσώνενδιαφερόντων
Αιτιατικήενδιαφέροντεςενδιαφέρουσεςενδιαφέροντα
Κλητικήενδιαφέροντεςενδιαφέρουσεςενδιαφέροντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →