ενδιαφέρων
•
- που προσελκύει το ενδιαφέρον, που τραβάει την προσοχή Βικιλεξικό
- Είναι ενδιαφέρων άνθρωπος, ασχολείται με πολλά πράγματα.
- Χθες είδαμε μια ενδιαφέρουσα ταινία στον κινηματογράφο.
- Έχει ενδιαφέρον πρόσωπο. (το βρίσκω ελκυστικό ή ιδιαίτερο)
- Είναι ενδιάφερον ότι οι μέρες φαίνονται να περνάνε ολοένα και πιο γρήγορα καθώς μεγαλώνεις. (περιέργως...)
- Βρίσκω ενδιαφέροντα όσα λες. (ενδιαφέρομαι για/με ενδιαφέρουν αυτά που λες)
- το ουδέτερο ως ουσιαστικόαυτό που αξίζει την προσοχή μας Βικιλεξικό
- Το ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ κάποιες μέρες δεν θυμάσαι ούτε ένα σου όνειρο, άλλες μέρες θυμάσαι πάρα πολλές.
- Το ενδιαφέρον έγκειται στο ότι η διδακτική αυτή μέθοδος γίνεται μόνο με την σκέψη και τον διάλογο και η γραφή δεν επιτρέπεται.
Ετυμολογία
ενδιαφέρων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ενδιαφέρω,(μεταφραστικό δάνειο) γαλλική intéressant
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδιαφέροντας / ενδιαφέρων | ενδιαφέρουσα | ενδιαφέρον |
| Γενική | ενδιαφέροντα / ενδιαφέροντος | ενδιαφέρουσας / ενδιαφερούσης | ενδιαφέροντος |
| Αιτιατική | ενδιαφέροντα | ενδιαφέρουσα | ενδιαφέρον |
| Κλητική | ενδιαφέροντα / ενδιαφέρων | ενδιαφέρουσα | ενδιαφέρον |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδιαφέροντες | ενδιαφέρουσες | ενδιαφέροντα |
| Γενική | ενδιαφερόντων | ενδιαφερουσών | ενδιαφερόντων |
| Αιτιατική | ενδιαφέροντες | ενδιαφέρουσες | ενδιαφέροντα |
| Κλητική | ενδιαφέροντες | ενδιαφέρουσες | ενδιαφέροντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →