ενδυναμωτικός
•
- που έχει σχέση με την ενδυνάμωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδυναμωτικός < ενδυνάμωση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδυναμωτικός | ενδυναμωτική | ενδυναμωτικό |
| Γενική | ενδυναμωτικού | ενδυναμωτικής | ενδυναμωτικού |
| Αιτιατική | ενδυναμωτικό | ενδυναμωτική | ενδυναμωτικό |
| Κλητική | ενδυναμωτικέ | ενδυναμωτική | ενδυναμωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδυναμωτικοί | ενδυναμωτικές | ενδυναμωτικά |
| Γενική | ενδυναμωτικών | ενδυναμωτικών | ενδυναμωτικών |
| Αιτιατική | ενδυναμωτικούς | ενδυναμωτικές | ενδυναμωτικά |
| Κλητική | ενδυναμωτικοί | ενδυναμωτικές | ενδυναμωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →