ενδυναμώνω
•
- ενισχύω, δυναμώνω, ενθαρρύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδυναμώνω < ελληνιστική κοινή ἐνδυναμόω / ἐνδυναμῶ < ἐν + δυναμόω / δυναμῶ < αρχαία ελληνική δύναμις
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενδυναμώνω | ενδυναμώνεις | ενδυναμώνει | ενδυναμώνουμε | ενδυναμώνετε | ενδυναμώνουν / ενδυναμώνουνε |
| Παρατατικός | ενδυνάμωνα | ενδυνάμωνες | ενδυνάμωνε | ενδυναμώναμε | ενδυναμώνατε | ενδυνάμωναν / ενδυναμώναν / ενδυναμώνανε |
| Αόριστος | ενδυνάμωσα | ενδυνάμωσες | ενδυνάμωσε | ενδυναμώσαμε | ενδυναμώσατε | ενδυνάμωσαν / ενδυναμώσαν / ενδυναμώσανε |
| Μέλλοντας | θα ενδυναμώνω / θα ενδυναμώσω | θα ενδυναμώνεις / θα ενδυναμώσεις | θα ενδυναμώνει / θα ενδυναμώσει | θα ενδυναμώνουμε / θα ενδυναμώσουμε | θα ενδυναμώνετε / θα ενδυναμώσετε | θα ενδυναμώνουν / θα ενδυναμώνουνε / θα ενδυναμώσουν / θα ενδυναμώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ενδυναμώσει | έχεις ενδυναμώσει | έχει ενδυναμώσει | έχουμε ενδυναμώσει | έχετε ενδυναμώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενδυναμώσει | είχες ενδυναμώσει | είχε ενδυναμώσει | είχαμε ενδυναμώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενδυναμώσει / να ενδυναμώνω / να ενδυναμώσω | να έχεις ενδυναμώσει / να ενδυναμώνεις / να ενδυναμώσεις | να έχει ενδυναμώσει / να ενδυναμώνει / να ενδυναμώσει | να έχουμε ενδυναμώσει / να ενδυναμώνουμε / να ενδυναμώσουμε | να έχετε ενδυναμώσει / να ενδυναμώνετε / να ενδυναμώσετε | να ενδυναμώνουν / να ενδυναμώνουνε / να ενδυναμώσουν / να ενδυναμώσουνε |
| Προστακτική | — | ενδυνάμωνε / ενδυνάμωσε | — | — | ενδυναμώνετε / ενδυναμώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →