ενθύμηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενθυμούμαι / θυμάμαι Βικιλεξικό
- η ανάμνηση Βικιλεξικό
- Και με τα λόγια τα φλύαρα αυτά, κύλησε έπειτα, στην ενθύμηση τη μακρινή της Ελένης, όταν την είχε γνωρίσει. (Δημοσθένης Βουτυράς, Παπάς ειδωλολάτρης (1920) [διήγημα])
- φιλολογίαη σημείωση στην ώα ή άλλο σημείο της σελίδας ενός χειρογράφου, προκειμένου να μνημονευτεί κάποιο αξιομνημόνευτο γεγονός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενθύμηση < αρχαία ελληνική ἐνθύμησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενθύμηση | ενθυμήσεις |
| Γενική | ενθύμησης | ενθυμήσεων |
| Αιτιατική | ενθύμηση | ενθυμήσεις |
| Κλητική | ενθύμηση | ενθυμήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →