Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντάσσω

ρήμα
•
  1. ενσωματώνω, συμπεριλαμβάνω, προσθέτω, βάζω μέσα, τοποθετώ Βικιλεξικό
    • «Η υπό σύσταση Επιτροπή για την καταπολέμηση της Διαφθοράς, όπως αυτή ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό, υπό τον Υπουργό Επικρατείας (…), πρέπει να εντάξει στις άμεσες προτεραιότητες διερεύνησης και τον έλεγχο της παράνομης διακίνησης καυσίμων (λαθρεμπόριο, νοθεία, δασμοφοροδιαφυγή, κλοπή, κ.λπ.). («Χαοτική» η κατάσταση στην αγορά πετρελαιοειδών λέει η ΠΟΠΕΚ, in.gr, 22/7/2015 https://www.in.gr/2015/07/22/economy/xaotiki-i-katastasi-stin-agora-petrelaioeidwn-leei-i-popek)
    • Στην αφηγηματική και διαδραστική ροή της θεματολογίας του πάρκου εντάσσεται και ο αδόμητος περιβάλλων χώρος του. (Ξένη Αραπογιάννη, Ολυμπία: η κοιτίδα των Ολυμπιακών Αγώνων, εκδ. Μίλητος, 2003, σελ. 155)

Ετυμολογία

εντάσσω < αρχαία ελληνική ἐντάσσω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεντάσσωεντάσσειςεντάσσειεντάσσουμεεντάσσετεεντάσσουν / εντάσσουνε
Παρατατικόςενέτασσαενέτασσεςενέτασσεεντάσσαμεεντάσσατεενέτασσαν / εντάσσαν / εντάσσανε
Αόριστοςενέταξαενέταξεςενέταξεεντάξαμεεντάξατεενέταξαν / εντάξαν / εντάξανε
Μέλλονταςθα εντάξω / θα εντάσσωθα εντάξεις / θα εντάσσειςθα εντάξει / θα εντάσσειθα εντάξουμε / θα εντάσσουμεθα εντάξετε / θα εντάσσετεθα εντάξουν / θα εντάξουνε / θα εντάσσουν / θα εντάσσουνε
Παρακείμενοςέχω εντάξειέχεις εντάξειέχει εντάξει———
Υπερσυντέλικοςείχα εντάξειείχες εντάξειείχε εντάξει———
Υποτακτικήνα έχω εντάξει / να εντάξω / να εντάσσωνα έχεις εντάξει / να εντάξεις / να εντάσσειςνα έχει εντάξει / να εντάξει / να εντάσσεινα εντάξουμε / να εντάσσουμενα εντάξετε / να εντάσσετενα εντάξουν / να εντάξουνε / να εντάσσουν / να εντάσσουνε
Προστακτική—ένταξε / έντασσε / έχε ενταγμένο——εντάξτε / εντάσσετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →