εξάπτομαι
•
- με εξάπτουν Βικιλεξικό
- με αυτές τις διηγήσεις εξάφθηκε η φαντασία του
- θυμώνω, νευριάζω, "ανάβω" Βικιλεξικό
- μην εξάπτεσαι, θα σου τα εξηγήσω όλα!
Ετυμολογία
εξάπτομαι < παθητική φωνή του ρήματος εξάπτω
Άλλοι τύποι
εξάφθηκαεξαφθώεξημμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →