εξαερώνω
•
- αφαιρώ τον αέρα από κάπου, κάνω εξαέρωση σε κάποια συσκευή Βικιλεξικό
- Κάθε χρόνο εξαερώνω τα καλοριφέρ.
- φυσικήαεριοποιώ, μετατρέπω ένα στερεό ή υγρό σε αέρα / αέριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξαερώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξαερ(ῶ) / ἐξαερόω (< ἐξ- + -αερ(ῶ) < ἀήρ, θέμα ἀερ-) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εξαερώνω | εξαερώνεις | εξαερώνει | εξαερώνουμε | εξαερώνετε | εξαερώνουν / εξαερώνουνε |
| Παρατατικός | εξαέρωνα | εξαέρωνες | εξαέρωνε | εξαερώναμε | εξαερώνατε | εξαέρωναν / εξαερώναν / εξαερώνανε |
| Αόριστος | εξαέρωσα | εξαέρωσες | εξαέρωσε | εξαερώσαμε | εξαερώσατε | εξαέρωσαν / εξαερώσαν / εξαερώσανε |
| Μέλλοντας | θα εξαερώνω / θα εξαερώσω | θα εξαερώνεις / θα εξαερώσεις | θα εξαερώνει / θα εξαερώσει | θα εξαερώνουμε / θα εξαερώσουμε | θα εξαερώνετε / θα εξαερώσετε | θα εξαερώνουν / θα εξαερώνουνε / θα εξαερώσουν / θα εξαερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εξαερώσει | έχεις εξαερώσει | έχει εξαερώσει | έχουμε εξαερώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εξαερώσει | είχες εξαερώσει | είχε εξαερώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εξαερώσει / να εξαερώνω / να εξαερώσω | να έχεις εξαερώσει / να εξαερώνεις / να εξαερώσεις | να έχει εξαερώσει / να εξαερώνει / να εξαερώσει | να έχουμε εξαερώσει / να εξαερώνουμε / να εξαερώσουμε | να εξαερώνετε / να εξαερώσετε | να εξαερώνουν / να εξαερώνουνε / να εξαερώσουν / να εξαερώσουνε |
| Προστακτική | — | εξαέρωνε / εξαέρωσε | — | — | εξαερώνετε / εξαερώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εξαερώθηκαεξαερώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →