επαναφορτίζω
•
- κυριολεκτικάπροσθέτω ξανά ηλεκτρική ενέργεια σε μπαταρία, συσσωρευτή ή άλλη συσκευή Βικιλεξικό
- τηλεπικοινωνίεςπροσθέτω νέο χρηματικό υπόλοιπο ή μονάδες χρήσης σε προπληρωμένη κάρτα ή λογαριασμό Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποκαθιστώ ή ανακτώ ενέργεια, δυνάμεις ή ζωτικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαναφορτίζω < επανα- + φορτίζω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική recharge)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επαναφορτίζω | επαναφορτίζεις | επαναφορτίζει | επαναφορτίζουμε | επαναφορτίζετε | επαναφορτίζουν / επαναφορτίζουνε |
| Παρατατικός | επαναφόρτιζα | επαναφόρτιζες | επαναφόρτιζε | επαναφορτίζαμε | επαναφορτίζατε | επαναφορτίζαν / επαναφορτίζανε / επαναφόρτιζαν |
| Αόριστος | επαναφόρτισα | επαναφόρτισες | επαναφόρτισε | επαναφορτίσαμε | επαναφορτίσατε | επαναφορτίσαν / επαναφορτίσανε / επαναφόρτισαν |
| Μέλλοντας | θα επαναφορτίζω / θα επαναφορτίσω | θα επαναφορτίζεις / θα επαναφορτίσεις | θα επαναφορτίζει / θα επαναφορτίσει | θα επαναφορτίζουμε / θα επαναφορτίσουμε | θα επαναφορτίζετε / θα επαναφορτίσετε | θα επαναφορτίζουν / θα επαναφορτίζουνε / θα επαναφορτίσουν / θα επαναφορτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επαναφορτίσει | έχεις επαναφορτίσει | έχει επαναφορτίσει | έχουμε επαναφορτίσει | έχετε επαναφορτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επαναφορτίσει | είχες επαναφορτίσει | είχε επαναφορτίσει | είχαμε επαναφορτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επαναφορτίσει / να επαναφορτίζω / να επαναφορτίσω | να έχεις επαναφορτίσει / να επαναφορτίζεις / να επαναφορτίσεις | να έχει επαναφορτίσει / να επαναφορτίζει / να επαναφορτίσει | να έχουμε επαναφορτίσει / να επαναφορτίζουμε / να επαναφορτίσουμε | να έχετε επαναφορτίσει / να επαναφορτίζετε / να επαναφορτίσετε | να επαναφορτίζουν / να επαναφορτίζουνε / να επαναφορτίσουν / να επαναφορτίσουνε |
| Προστακτική | — | επαναφόρτιζε / επαναφόρτισε | — | — | επαναφορτίζετε / επαναφορτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →