επανεκτιμώ
•
- εξετάζω και αξιολογώ εκ νέου κάποιον, κάτι ή μια κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη νέα δεδομένα, συνθήκες ή πληροφορίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επανεκτιμώ < επαν- + εκτιμώ (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική reappraise ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική reevaluate ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική réévaluer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επανεκτιμάω / επανεκτιμώ | επανεκτιμάς | επανεκτιμά / επανεκτιμάει | επανεκτιμάμε / επανεκτιμούμε | επανεκτιμάτε | επανεκτιμάν / επανεκτιμάνε / επανεκτιμούν / επανεκτιμούνε |
| Παρατατικός | επανεκτιμούσα | επανεκτιμούσες | επανεκτιμούσε | επανεκτιμούσαμε | επανεκτιμούσατε | επανεκτιμούσαν / επανεκτιμούσανε |
| Αόριστος | επανεκτίμησα | επανεκτίμησες | επανεκτίμησε | επανεκτιμήσαμε | επανεκτιμήσατε | επανεκτίμησαν / επανεκτιμήσαν / επανεκτιμήσανε |
| Μέλλοντας | θα επανεκτιμάω / θα επανεκτιμήσω / θα επανεκτιμώ | θα επανεκτιμάς / θα επανεκτιμήσεις | θα επανεκτιμά / θα επανεκτιμάει / θα επανεκτιμήσει | θα επανεκτιμάμε / θα επανεκτιμήσουμε / θα επανεκτιμούμε | θα επανεκτιμάτε / θα επανεκτιμήσετε | θα επανεκτιμάν / θα επανεκτιμάνε / θα επανεκτιμήσουν / θα επανεκτιμήσουνε / θα επανεκτιμούν / θα επανεκτιμούνε |
| Παρακείμενος | έχω επανεκτιμήσει | έχεις επανεκτιμήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επανεκτιμήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επανεκτιμήσει / να επανεκτιμάω / να επανεκτιμήσω / να επανεκτιμώ | να έχεις επανεκτιμήσει / να επανεκτιμάς / να επανεκτιμήσεις | να επανεκτιμά / να επανεκτιμάει / να επανεκτιμήσει | να επανεκτιμάμε / να επανεκτιμήσουμε / να επανεκτιμούμε | να επανεκτιμάτε / να επανεκτιμήσετε | να επανεκτιμάν / να επανεκτιμάνε / να επανεκτιμήσουν / να επανεκτιμήσουνε / να επανεκτιμούν / να επανεκτιμούνε |
| Προστακτική | — | επανεκτίμα / επανεκτίμαγε / επανεκτίμησε | — | — | επανεκτιμάτε / επανεκτιμήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →