Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επαρκής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κρίνεται ότι μπορεί να ανταποκριθεί ικανοποιητικά σε συγκεκριμένες ανάγκες ή απαιτήσεις Βικιλεξικό
    • ο τάδε θεωρείται επαρκής ως δάσκαλος
  2. για ποσότητεςαρκετός Βικιλεξικό
    • οι ορειβάτες είχαν μαζί τους επαρκή ποσότητα τροφής για να επιβιώσουν για πέντε μέρες
    • Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να ανταπεξέλθουν στις αναγκαίες δαπάνες ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που είχαν πριν την συνταξιοδότηση. (Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ΠΗΓΑΣΟΣ - Αντιμετωπίζοντας το έμφυλο συνταξιοδοτικό χάσμα στην Ελλάδα, Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ανακτήθηκε στις 24/5/2026 https://sintaxi.isotita.gr/?page_id=252)

Ετυμολογία

επαρκής < ελληνιστική ἐπαρκής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπαρκήςεπαρκήςεπαρκές
Γενικήεπαρκούςεπαρκούςεπαρκούς
Αιτιατικήεπαρκήεπαρκήεπαρκές
Κλητικήεπαρκή / επαρκήςεπαρκήςεπαρκές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπαρκείςεπαρκείςεπαρκή
Γενικήεπαρκώνεπαρκώνεπαρκών
Αιτιατικήεπαρκείςεπαρκείςεπαρκή
Κλητικήεπαρκείςεπαρκείςεπαρκή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →