επαρχιώτης
•
- αυτός που κατάγεται από επαρχία ή διαμένει σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Για το τεράστιο καφενείο «Νέον» [στην πλατεία Ομονοίας], που έχει απεικονίσει απαράμιλλα ο Τσαρούχης, τα λεγόμενά μου ισχύουν, νομίζω, πάρα πολύ. Το μαγαζί αυτό χρησιμοποιείται πολύ από τους επαρχιώτες κάποιας ηλικίας ιδίως, για τις συναντήσεις τους (απόσπασμα από το βιβλίο των Γιώργου Ιωάννου [κείμενο] - Ανδρέα Mπέλια [φωτογρ.], Ομόνοια 1980, όπως παρατίθεται στο κείμενο του Φώντα Τρούσα, «“Στην Ομόνοια συχνάζουν υποψιασμένα κορμιά …”». Η διασημότερη ελληνική πλατεία του '80 μέσα από ένα βιβλίο του Γιώργου Ιωάννου», Lifo.gr (23 Μαΐου 2017)· πρόσβαση: 2020-07-17)
- μειωτικόαυτός που έχει συμπεριφορά και νοοτροπία κάπως συμμαζεμένη (και ενδεχομένως στενόμυαλη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επαρχιώτης < ελληνιστική κοινή ἐπαρχιώτης < ἐπαρχία < αρχαία ελληνική ἔπαρχος < ἐπί + ἄρχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επαρχιώτης | επαρχιώτες |
| Γενική | επαρχιώτη | επαρχιωτών |
| Αιτιατική | επαρχιώτη | επαρχιώτες |
| Κλητική | επαρχιώτη | επαρχιώτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →