επενδύτης
•
- λόγιοπανωφόρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επενδύτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπενδύτης < ἐπενδύω < ἐπί + ἐνδύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επενδύτης | επενδύτες |
| Γενική | επενδύτη | επενδυτών |
| Αιτιατική | επενδύτη | επενδύτες |
| Κλητική | επενδύτη | επενδύτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →