Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επεξεργαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την επεξεργασία ή τον επεξεργαστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επεξεργαστικός < ελληνιστική κοινή ἐπεξεργαστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπεξεργαστικόςεπεξεργαστικήεπεξεργαστικό
Γενικήεπεξεργαστικούεπεξεργαστικήςεπεξεργαστικού
Αιτιατικήεπεξεργαστικόεπεξεργαστικήεπεξεργαστικό
Κλητικήεπεξεργαστικέεπεξεργαστικήεπεξεργαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπεξεργαστικοίεπεξεργαστικέςεπεξεργαστικά
Γενικήεπεξεργαστικώνεπεξεργαστικώνεπεξεργαστικών
Αιτιατικήεπεξεργαστικούςεπεξεργαστικέςεπεξεργαστικά
Κλητικήεπεξεργαστικοίεπεξεργαστικέςεπεξεργαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →