επικρατώ
•
- εμφανίζομαι ισχυρότερος από άλλον Βικιλεξικό
- νικώ Βικιλεξικό
- γ’ πρόσωποεπικρατεί: υπάρχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επικρατώ < αρχαία ελληνική ἐπικρατέω / ἐπικρατῶ < ἐπί + κρατέω / κρατῶ < κράτος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επικρατώ | επικρατείς | επικρατεί | επικρατούμε | επικρατείτε | επικρατούν / επικρατούνε |
| Παρατατικός | επικρατούσα | επικρατούσες | επικρατούσε | επικρατούσαμε | επικρατούσατε | επικρατούσαν / επικρατούσανε |
| Αόριστος | επικράτησα | επικράτησες | επικράτησε | επικρατήσαμε | επικρατήσατε | επικράτησαν / επικρατήσαν / επικρατήσανε |
| Μέλλοντας | θα επικρατήσω / θα επικρατώ | θα επικρατήσεις / θα επικρατείς | θα επικρατήσει / θα επικρατεί | θα επικρατήσουμε / θα επικρατούμε | θα επικρατήσετε / θα επικρατείτε | θα επικρατήσουν / θα επικρατήσουνε / θα επικρατούν / θα επικρατούνε |
| Παρακείμενος | έχω επικρατήσει | έχεις επικρατήσει | έχει επικρατήσει | έχουμε επικρατήσει | έχετε επικρατήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επικρατήσει | είχες επικρατήσει | είχε επικρατήσει | είχαμε επικρατήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επικρατήσει / να επικρατήσω / να επικρατώ | να έχεις επικρατήσει / να επικρατήσεις / να επικρατείς | να έχει επικρατήσει / να επικρατήσει / να επικρατεί | να έχουμε επικρατήσει / να επικρατήσουμε / να επικρατούμε | να έχετε επικρατήσει / να επικρατήσετε / να επικρατείτε | να επικρατήσουν / να επικρατήσουνε / να επικρατούν / να επικρατούνε |
| Προστακτική | — | επικράτει / επικράτησε | — | — | επικρατήστε / επικρατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →