Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιμελής

/e.pi.meˈlis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που επιδεικνύει επιμέλεια, που φροντίζει και μεριμνά για κάτι που του έχει ανατεθεί ή οφείλει να κάνει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιμελής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιμελής < ἐπί + μέλω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιμελήςεπιμελήςεπιμελές
Γενικήεπιμελούςεπιμελούςεπιμελούς
Αιτιατικήεπιμελήεπιμελήεπιμελές
Κλητικήεπιμελή / επιμελήςεπιμελήςεπιμελές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιμελείςεπιμελείςεπιμελή
Γενικήεπιμελώνεπιμελώνεπιμελών
Αιτιατικήεπιμελείςεπιμελείςεπιμελή
Κλητικήεπιμελείςεπιμελείςεπιμελή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →