επιμορφωτικός
•
- που έχει σχέση με επιμόρφωση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιμορφωτικός < επιμορφώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιμορφωτικός | επιμορφωτική | επιμορφωτικό |
| Γενική | επιμορφωτικού | επιμορφωτικής | επιμορφωτικού |
| Αιτιατική | επιμορφωτικό | επιμορφωτική | επιμορφωτικό |
| Κλητική | επιμορφωτικέ | επιμορφωτική | επιμορφωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιμορφωτικοί | επιμορφωτικές | επιμορφωτικά |
| Γενική | επιμορφωτικών | επιμορφωτικών | επιμορφωτικών |
| Αιτιατική | επιμορφωτικούς | επιμορφωτικές | επιμορφωτικά |
| Κλητική | επιμορφωτικοί | επιμορφωτικές | επιμορφωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →