Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιμορφωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με επιμόρφωση, συντελεί ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επιμορφωτικός < επιμορφώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιμορφωτικόςεπιμορφωτικήεπιμορφωτικό
Γενικήεπιμορφωτικούεπιμορφωτικήςεπιμορφωτικού
Αιτιατικήεπιμορφωτικόεπιμορφωτικήεπιμορφωτικό
Κλητικήεπιμορφωτικέεπιμορφωτικήεπιμορφωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιμορφωτικοίεπιμορφωτικέςεπιμορφωτικά
Γενικήεπιμορφωτικώνεπιμορφωτικώνεπιμορφωτικών
Αιτιατικήεπιμορφωτικούςεπιμορφωτικέςεπιμορφωτικά
Κλητικήεπιμορφωτικοίεπιμορφωτικέςεπιμορφωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →