επιμορφώνω
•
- παρέχω σε κάποιον συμπληρωματικές ή επικαιροποιημένες γνώσεις και δεξιότητες, ώστε να βελτιώσει την επαγγελματική ή επιστημονική του κατάρτιση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιμορφώνω < επι- + μορφώνω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική train)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιμορφώνω | επιμορφώνεις | επιμορφώνει | επιμορφώνουμε | επιμορφώνετε | επιμορφώνουν / επιμορφώνουνε |
| Παρατατικός | επιμόρφωνα | επιμόρφωνες | επιμόρφωνε | επιμορφώναμε | επιμορφώνατε | επιμορφώναν / επιμορφώνανε / επιμόρφωναν |
| Αόριστος | επιμόρφωσα | επιμόρφωσες | επιμόρφωσε | επιμορφώσαμε | επιμορφώσατε | επιμορφώσαν / επιμορφώσανε / επιμόρφωσαν |
| Μέλλοντας | θα επιμορφώνω / θα επιμορφώσω | θα επιμορφώνεις / θα επιμορφώσεις | θα επιμορφώνει / θα επιμορφώσει | θα επιμορφώνουμε / θα επιμορφώσουμε | θα επιμορφώνετε / θα επιμορφώσετε | θα επιμορφώνουν / θα επιμορφώνουνε / θα επιμορφώσουν / θα επιμορφώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιμορφώσει | έχεις επιμορφώσει | έχει επιμορφώσει | έχουμε επιμορφώσει | έχετε επιμορφώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιμορφώσει | είχες επιμορφώσει | είχε επιμορφώσει | είχαμε επιμορφώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιμορφώσει / να επιμορφώνω / να επιμορφώσω | να έχεις επιμορφώσει / να επιμορφώνεις / να επιμορφώσεις | να έχει επιμορφώσει / να επιμορφώνει / να επιμορφώσει | να έχουμε επιμορφώσει / να επιμορφώνουμε / να επιμορφώσουμε | να έχετε επιμορφώσει / να επιμορφώνετε / να επιμορφώσετε | να επιμορφώνουν / να επιμορφώνουνε / να επιμορφώσουν / να επιμορφώσουνε |
| Προστακτική | — | επιμόρφωνε / επιμόρφωσε | — | — | επιμορφώνετε / επιμορφώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →