επισήμανση
•
- το σφράγισμα, το σημάδεμα, το μαρκάρισμα Βικιλεξικό
- η σήμανση, η τοποθέτηση σημαδιού ως αναγνωριστικού σήματος Βικιλεξικό
- Όταν ο οδηγός διακρίνει πινακίδα με την επισήμανση της διεξαγωγής έργων οφείλει να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος
- μεταφορικάη διατύπωση μιας παρατήρησης Βικιλεξικό
- η επισήμανση των δυσκολιών
Ετυμολογία
επισήμανση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπισήμαν(σις) + -ση < ἐπισημαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επισήμανση | επισημάνσεις |
| Γενική | επισήμανσης | επισημάνσεων |
| Αιτιατική | επισήμανση | επισημάνσεις |
| Κλητική | επισήμανση | επισημάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →