επισημαίνω
•
- βάζω σήμα πάνω σε κάτι, σημαδεύω, μαρκάρω ώστε να γίνει αξιοπρόσεκτο Βικιλεξικό
- Επισημαίνω πως αυτή η πινακίδα λέει ότι απαγορεύεται το παρκάρισμα.
- βάζω κάποιο σημάδι για να αναγνωρίσω κάτι Βικιλεξικό
- τα προϊόντα κατά τη μεταφορική διαδικασία πρέπει να επισημαίνονται ώστε το σωστό προϊόν να φτάνει στο σωστό παραλήπτη
- ανακαλύπτω τη θέση κάποιου ή ενός αντικειμένου (πχ σ' έναν χάρτη, συσκευή σόναρ, κτλ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισημαίνω < αρχαία ελληνική ἐπισημαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επισημαίνω | επισημαίνεις | επισημαίνει | επισημαίνουμε | επισημαίνετε | επισημαίνουν / επισημαίνουνε |
| Παρατατικός | επισήμαινα | επισήμαινες | επισήμαινε | επισημαίναμε | επισημαίνατε | επισήμαιναν / επισημαίναν / επισημαίνανε |
| Αόριστος | επισήμανα | επισήμανες | επισήμανε | επισημάναμε | επισημάνατε | επισήμαναν / επισημάναν / επισημάνανε |
| Μέλλοντας | θα επισημάνω / θα επισημαίνω | θα επισημάνεις / θα επισημαίνεις | θα επισημάνει / θα επισημαίνει | θα επισημάνουμε / θα επισημαίνουμε | θα επισημάνετε / θα επισημαίνετε | θα επισημάνουν / θα επισημάνουνε / θα επισημαίνουν / θα επισημαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω επισημάνει | έχεις επισημάνει | έχει επισημάνει | έχουμε επισημάνει | έχετε επισημάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επισημάνει | είχες επισημάνει | είχε επισημάνει | είχαμε επισημάνει | είχατε επισημάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω επισημάνει / να επισημάνω / να επισημαίνω | να έχεις επισημάνει / να επισημάνεις / να επισημαίνεις | να έχει επισημάνει / να επισημάνει / να επισημαίνει | να έχουμε επισημάνει / να επισημάνουμε / να επισημαίνουμε | να έχετε επισημάνει / να επισημάνετε / να επισημαίνετε | να επισημάνουν / να επισημάνουνε / να επισημαίνουν / να επισημαίνουνε |
| Προστακτική | — | επισήμαινε / επισήμανε | — | — | επισημάνετε / επισημαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →