επισημειωτικός
•
- σπάνιοπου έχει σχέση με επισημείωση, αναφέρεται σʼ αυτή ή είναι γραμμένος σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επισημειωτικός < επισημειώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επισημειωτικός | επισημειωτική | επισημειωτικό |
| Γενική | επισημειωτικού | επισημειωτικής | επισημειωτικού |
| Αιτιατική | επισημειωτικό | επισημειωτική | επισημειωτικό |
| Κλητική | επισημειωτικέ | επισημειωτική | επισημειωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επισημειωτικοί | επισημειωτικές | επισημειωτικά |
| Γενική | επισημειωτικών | επισημειωτικών | επισημειωτικών |
| Αιτιατική | επισημειωτικούς | επισημειωτικές | επισημειωτικά |
| Κλητική | επισημειωτικοί | επισημειωτικές | επισημειωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →