Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επισημειωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου έχει σχέση με επισημείωση, αναφέρεται σʼ αυτή ή είναι γραμμένος σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επισημειωτικός < επισημειώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπισημειωτικόςεπισημειωτικήεπισημειωτικό
Γενικήεπισημειωτικούεπισημειωτικήςεπισημειωτικού
Αιτιατικήεπισημειωτικόεπισημειωτικήεπισημειωτικό
Κλητικήεπισημειωτικέεπισημειωτικήεπισημειωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπισημειωτικοίεπισημειωτικέςεπισημειωτικά
Γενικήεπισημειωτικώνεπισημειωτικώνεπισημειωτικών
Αιτιατικήεπισημειωτικούςεπισημειωτικέςεπισημειωτικά
Κλητικήεπισημειωτικοίεπισημειωτικέςεπισημειωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →