Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επισημειώνω

ρήμα
•
  1. πληροφορικήπροσθέτω επεξηγήσεις, σχόλια ή μεταδεδομένα σε κείμενο, δεδομένα ή άλλο ψηφιακό περιεχόμενο, ώστε να γίνουν κατανοητότερα ή αξιοποιήσιμα Βικιλεξικό
  2. λόγιοδηλώνω ή χαρακτηρίζω κάτι με σύμβολο, ένδειξη ή σχόλιο, για να επισημανθεί κάποια ιδιότητα ή πληροφορία Βικιλεξικό
  3. λόγιοπροσθέτω παρατήρηση ή διευκρίνιση σε κείμενο ή δήλωση, ώστε να συμπληρώνεται ή να τονίζεται κάποιο στοιχείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επισημειώνω < ελληνιστική κοινή ἐπισημειόω / ἐπισημειῶ < σημειόω / σημειῶ αρχαία ελληνική σημεῖον

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεπισημειώνωεπισημειώνειςεπισημειώνειεπισημειώνουμεεπισημειώνετεεπισημειώνουν / επισημειώνουνε
Παρατατικόςεπισημείωναεπισημείωνεςεπισημείωνεεπισημειώναμεεπισημειώνατεεπισημείωναν / επισημειώναν / επισημειώνανε
Αόριστοςεπισημείωσαεπισημείωσεςεπισημείωσεεπισημειώσαμεεπισημειώσατεεπισημείωσαν / επισημειώσαν / επισημειώσανε
Μέλλονταςθα επισημειώνω / θα επισημειώσωθα επισημειώνεις / θα επισημειώσειςθα επισημειώνει / θα επισημειώσειθα επισημειώνουμε / θα επισημειώσουμεθα επισημειώνετε / θα επισημειώσετεθα επισημειώνουν / θα επισημειώνουνε / θα επισημειώσουν / θα επισημειώσουνε
Παρακείμενοςέχω επισημειώσειέχεις επισημειώσειέχει επισημειώσειέχουμε επισημειώσειέχετε επισημειώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα επισημειώσειείχες επισημειώσειείχε επισημειώσειείχαμε επισημειώσει——
Υποτακτικήνα έχω επισημειώσει / να επισημειώνω / να επισημειώσωνα έχεις επισημειώσει / να επισημειώνεις / να επισημειώσειςνα έχει επισημειώσει / να επισημειώνει / να επισημειώσεινα έχουμε επισημειώσει / να επισημειώνουμε / να επισημειώσουμενα έχετε επισημειώσει / να επισημειώνετε / να επισημειώσετενα επισημειώνουν / να επισημειώνουνε / να επισημειώσουν / να επισημειώσουνε
Προστακτική—επισημείωνε / επισημείωσε——επισημειώνετε / επισημειώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →