σημειώνω
•
- γράφω, καταγράφω κάτι για να το θυμάμαι Βικιλεξικό
- σημείωσε το τηλέφωνό μου, σε παρακαλώ
- δίνω έμφαση, προσέχω ιδιαίτερα, λαμβάνω υπόψη μου, υπογραμμίζω Βικιλεξικό
- Αν, όταν ήμουν παιδάκι, είχα μια κάποια ευκολία στη συγγραφή, πρέπει να σημειώσω πως, όταν παρήλθε η παρορμητική περίοδος της εφηβείας, προσπάθησα πάντα να αγωνιστώ κατά αυτής της ευκολίας. (Διαβάζω, τεύχη 414-419, 2001, σελ. 53)
- σημειώστε ότι κερδίσαμε τον αγώνα με 10 παίκτες, μετά την αποβολή του Χ
Ετυμολογία
σημειώνω < ελληνιστική κοινή σημειόω / σημειῶ < αρχαία ελληνική σημεῖον < σῆμα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰyeh₂- (σημειώνω) ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική noter)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σημειώνω | σημειώνεις | σημειώνει | σημειώνουμε | σημειώνετε | σημειώνουν / σημειώνουνε |
| Παρατατικός | σημείωνα | σημείωνες | σημείωνε | σημειώναμε | σημειώνατε | σημείωναν / σημειώναν / σημειώνανε |
| Αόριστος | σημείωσα | σημείωσες | σημείωσε | σημειώσαμε | σημειώσατε | σημείωσαν / σημειώσαν / σημειώσανε |
| Μέλλοντας | θα σημειώνω / θα σημειώσω | θα σημειώνεις / θα σημειώσεις | θα σημειώνει / θα σημειώσει | θα σημειώνουμε / θα σημειώσουμε | θα σημειώνετε / θα σημειώσετε | θα σημειώνουν / θα σημειώνουνε / θα σημειώσουν / θα σημειώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σημειώσει | έχεις σημειώσει | έχει σημειώσει | έχουμε σημειώσει | έχετε σημειώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σημειώσει | είχες σημειώσει | είχε σημειώσει | είχαμε σημειώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σημειώσει / να σημειώνω / να σημειώσω | να έχεις σημειώσει / να σημειώνεις / να σημειώσεις | να έχει σημειώσει / να σημειώνει / να σημειώσει | να έχουμε σημειώσει / να σημειώνουμε / να σημειώσουμε | να έχετε σημειώσει / να σημειώνετε / να σημειώσετε | να σημειώνουν / να σημειώνουνε / να σημειώσουν / να σημειώσουνε |
| Προστακτική | — | σημείωνε / σημείωσε | — | — | σημειώνετε / σημειώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →