επιτελής
•
- στρατιωτικός όροςαξιωματικός του επιτελείου Βικιλεξικό
- μεταφορικάβασικός συνεργάτης επιχείρησης, οργανισμού κ.α. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτελής < (επί) επι- + τέλ(ος) (εξουσία, απόφαση) + -ής. Διαφορετική η αρχαία λέξη ἐπιτελής (επίθετο, αποτελεσματικός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτελής | επιτελείς |
| Γενική | επιτελή | επιτελών |
| Αιτιατική | επιτελή | επιτελείς |
| Κλητική | επιτελή | επιτελείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →