επιτελικός
•
- ο σχετικός με το επιτελείο Βικιλεξικό
- επιτελικό σχέδιο
- ειδικότερασχετικός με στρατιωτικό επιτελείο Βικιλεξικό
- επιτελικό κέντρο (κέντρο συντονισμού)
- επιτελική υπηρεσία
- μεταφορικάπου έχει υψηλή θέση στην ιεραρχία οργάνωσης ή επιχείρησης Βικιλεξικό
- επιτελικό στέλεχος
- στο ποδόσφαιρομέσος με επιθετικό ρόλο, ο οποίος αγωνίζεται πίσω από τους επιθετικούς και έχει ως ρόλο τη μεταβίβαση της μπάλας προς αυτούς ώστε να επιτύχουν τέρμα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτελικός < επιτελ(ής) + -ικός < επι- + αρχαία ελληνική τέλος (ανώτατη εξουσία)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτελικός | επιτελική | επιτελικό |
| Γενική | επιτελικού | επιτελικής | επιτελικού |
| Αιτιατική | επιτελικό | επιτελική | επιτελικό |
| Κλητική | επιτελικέ | επιτελική | επιτελικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτελικοί | επιτελικές | επιτελικά |
| Γενική | επιτελικών | επιτελικών | επιτελικών |
| Αιτιατική | επιτελικούς | επιτελικές | επιτελικά |
| Κλητική | επιτελικοί | επιτελικές | επιτελικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →