επιτρέπω
•
- δίνω την άδεια ή τη δυνατότητα να γίνει κάτι Βικιλεξικό
- η οικονομική μας κατάσταση δε μας επιτρέπει τέτοιες σπατάλες
- δείχνω ανοχή ή αδιαφορία απέναντι σε μια αρνητική εξέλιξη, δεν την εμποδίζω Βικιλεξικό
- δε θα επιτρέψουμε να συμβεί αυτό το περιβαλλοντικό έγκλημα
Ετυμολογία
επιτρέπω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἐπιτρέπω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →