επιτροπεία
•
- νομικός όροςη ανάθεση δικαιωμάτων διαχείρισης διοικητικών ή άλλων συναφών αποφασιστικών καθηκόντων (ιδιωτικών ή δημόσιων) σε κάποιο πρόσωπο ή φορέα Βικιλεξικό
- Και τώρα θέτουν την Ελλάδα οριστικά και για άγνωστο χρονικό διάστημα υπό απόλυτη και ταπεινωτική επιτροπεία, με στόχο να επιτύχουν τη μείωση του χρέους στο … 120% του ΑΕΠ (εφημερίδα Η Αυγή, 30/10/2011)
Ετυμολογία
επιτροπεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιτροπεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επιτροπεία | επιτροπείες |
| Γενική | επιτροπείας | επιτροπειών |
| Αιτιατική | επιτροπεία | επιτροπείες |
| Κλητική | επιτροπεία | επιτροπείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →