επιτροπεύω
•
- είμαι επίτροπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιτροπεύω < αρχαία ελληνική ἐπιτροπεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιτροπεύω | επιτροπεύεις | επιτροπεύει | επιτροπεύουμε | επιτροπεύετε | επιτροπεύουν / επιτροπεύουνε |
| Παρατατικός | επιτρόπευα | επιτρόπευες | επιτρόπευε | επιτροπεύαμε | επιτροπεύατε | επιτροπεύαν / επιτροπεύανε / επιτρόπευαν |
| Αόριστος | επιτρόπευσα | επιτρόπευσες | επιτρόπευσε | επιτροπεύσαμε | επιτροπεύσατε | επιτροπεύσαν / επιτροπεύσανε / επιτρόπευσαν |
| Μέλλοντας | θα επιτροπεύσω / θα επιτροπεύω | θα επιτροπεύεις / θα επιτροπεύσεις | θα επιτροπεύει / θα επιτροπεύσει | θα επιτροπεύουμε / θα επιτροπεύσουμε | θα επιτροπεύετε / θα επιτροπεύσετε | θα επιτροπεύουν / θα επιτροπεύουνε / θα επιτροπεύσουν / θα επιτροπεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιτροπεύσει | έχεις επιτροπεύσει | έχει επιτροπεύσει | έχουμε επιτροπεύσει | έχετε επιτροπεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιτροπεύσει | είχες επιτροπεύσει | είχε επιτροπεύσει | είχαμε επιτροπεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιτροπεύσει / να επιτροπεύσω / να επιτροπεύω | να έχεις επιτροπεύσει / να επιτροπεύεις / να επιτροπεύσεις | να έχει επιτροπεύσει / να επιτροπεύει / να επιτροπεύσει | να έχουμε επιτροπεύσει / να επιτροπεύουμε / να επιτροπεύσουμε | να έχετε επιτροπεύσει / να επιτροπεύετε / να επιτροπεύσετε | να επιτροπεύουν / να επιτροπεύουνε / να επιτροπεύσουν / να επιτροπεύσουνε |
| Προστακτική | — | επιτρόπευε / επιτρόπευσε | — | — | επιτροπεύετε / επιτροπεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →