Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ετερόκλητος

/e.teˈɾo.kli.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο αποτελούμενος από ανομοιογενή στοιχεία Βικιλεξικό
    • είχαν προσκαλέσει ένα ετερόκλητο μείγμα ανθρώπων, αλλά τελικά, γίναμε μια συντροφιά και περάσαμε πολύ ωραία
    • ένα ετερόκλητο σύνολο έμψυχων και άψυχων, ζώντων και τεθνεώτων, με παράδοξη παρά ταύτα ομοιογένεια, αυτή είναι η πολυώνυμη Κέρκυρα, η αρχαία Σχερία και Δρεπάνη και Κόρκυρα και Φαιακία, η βυζαντινή Κορυφώ, οι Κορφοί του απλού Κερκυραίου. (Θεοδόσης Πυλαρινός, Κέρκυρα, εκδ. Μεταίχμιο, 2005, σελ. 18)

Ετυμολογία

ετερόκλητος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hétéroclite στη νεότερη σημασία της < ελληνιστική κοινή ἑτερόκλιτος (αντιδάνειο) < ἕτερος + κλίνω. Η γαλλική λέξη μεταγράφτηκε με ήτα, με την εσφαλμένη υπόθεση ότι προερχόταν από το καλέω, καλῶ (κλῆσις). Η ορθογραφία αυτή παγιώθηκε.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετερόκλητοςετερόκλητηετερόκλητο
Γενικήετερόκλητουετερόκλητηςετερόκλητου
Αιτιατικήετερόκλητοετερόκλητηετερόκλητο
Κλητικήετερόκλητεετερόκλητηετερόκλητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήετερόκλητοιετερόκλητεςετερόκλητα
Γενικήετερόκλητωνετερόκλητωνετερόκλητων
Αιτιατικήετερόκλητουςετερόκλητεςετερόκλητα
Κλητικήετερόκλητοιετερόκλητεςετερόκλητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →