δυστυχισμένος
•
- που ζει μέσα στη δυστυχία Βικιλεξικό
- δυστυχισμένη μου ψυχή
- που εκφράζει δυστυχία Βικιλεξικό
- ήρθε και με βρήκε με το δυστυχισμένο προσωπάκι του
Ετυμολογία
δυστυχισμένος< μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δυστυχώ
Άλλοι τύποι
δυστυχισμέναδυστυχισμένεδυστυχισμένεςδυστυχισμένηδυστυχισμένηςδυστυχισμένοδυστυχισμένοιδυστυχισμένοςδυστυχισμένουδυστυχισμένουςδυστυχισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →