Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εφαρμοστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει σχέση με την εφαρμογή, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εφαρμοστικός < εφαρμόζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεφαρμοστικόςεφαρμοστικήεφαρμοστικό
Γενικήεφαρμοστικούεφαρμοστικήςεφαρμοστικού
Αιτιατικήεφαρμοστικόεφαρμοστικήεφαρμοστικό
Κλητικήεφαρμοστικέεφαρμοστικήεφαρμοστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεφαρμοστικοίεφαρμοστικέςεφαρμοστικά
Γενικήεφαρμοστικώνεφαρμοστικώνεφαρμοστικών
Αιτιατικήεφαρμοστικούςεφαρμοστικέςεφαρμοστικά
Κλητικήεφαρμοστικοίεφαρμοστικέςεφαρμοστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →