εφαρμοστικός
•
- νεολογισμόςπου έχει σχέση με την εφαρμογή, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εφαρμοστικός < εφαρμόζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφαρμοστικός | εφαρμοστική | εφαρμοστικό |
| Γενική | εφαρμοστικού | εφαρμοστικής | εφαρμοστικού |
| Αιτιατική | εφαρμοστικό | εφαρμοστική | εφαρμοστικό |
| Κλητική | εφαρμοστικέ | εφαρμοστική | εφαρμοστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εφαρμοστικοί | εφαρμοστικές | εφαρμοστικά |
| Γενική | εφαρμοστικών | εφαρμοστικών | εφαρμοστικών |
| Αιτιατική | εφαρμοστικούς | εφαρμοστικές | εφαρμοστικά |
| Κλητική | εφαρμοστικοί | εφαρμοστικές | εφαρμοστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →