Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εφαψίας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ψυχιατρικήκάποιος που νιώθει σεξουαλική διέγερση, όταν έρχεται σε απτική επαφή με άλλα άτομα, ανάμεσα σ’ ένα πλήθος ατόμων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εφαψίας < αρχαία ελληνική ἔφαψις + -ίας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεφαψίαςεφαψίες
Γενικήεφαψίαεφαψιών
Αιτιατικήεφαψίαεφαψίες
Κλητικήεφαψίαεφαψίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →