Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εύρεση

/ˈe.vɾe.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να βρει κάποιος κάτι Βικιλεξικό
    • Βαρύς θα πέσει ο πέλεκυς για τους οδηγούς που θα επιλέξουν να διπλοπαρκάρουν, ως έσχατη ή και όχι, λύση καθώς η εύρεση χώρου στάθμευσης στην πόλη έχει γίνει πιο δύσκολη και από την εύρεση… θησαυρού (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparkarisma-erxontai-prostima-kai-afairesi-diplomatos/)
  2. το να βρει κάποιος κάτι Βικιλεξικό
  3. το να βρει κάποιος κάτι Βικιλεξικό
  4. το να βρει κάποιος κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εύρεση < αρχαία ελληνική εὕρεσις < εὑρίσκω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεύρεσηευρέσεις
Γενικήεύρεσηςευρέσεων
Αιτιατικήεύρεσηευρέσεις
Κλητικήεύρεσηευρέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →