εύρεση
•
- το να βρει κάποιος κάτι Βικιλεξικό
- Βαρύς θα πέσει ο πέλεκυς για τους οδηγούς που θα επιλέξουν να διπλοπαρκάρουν, ως έσχατη ή και όχι, λύση καθώς η εύρεση χώρου στάθμευσης στην πόλη έχει γίνει πιο δύσκολη και από την εύρεση… θησαυρού (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparkarisma-erxontai-prostima-kai-afairesi-diplomatos/)
- το να βρει κάποιος κάτι Βικιλεξικό
- το να βρει κάποιος κάτι Βικιλεξικό
- το να βρει κάποιος κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εύρεση < αρχαία ελληνική εὕρεσις < εὑρίσκω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εύρεση | ευρέσεις |
| Γενική | εύρεσης | ευρέσεων |
| Αιτιατική | εύρεση | ευρέσεις |
| Κλητική | εύρεση | ευρέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →