Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ηχογραφώ

ρήμα
•
  1. καταγράφω ήχους σε κάποιο μέσο, συνήθως μαγνητικό, ώστε να είναι δυνατόν αυτοί αργότερα να αναπαραχθούν από κατάλληλη συσκευή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ηχογραφώ < ηχο- + -γραφώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςηχογραφώηχογραφείςηχογραφείηχογραφούμεηχογραφείτεηχογραφούν / ηχογραφούνε
Παρατατικόςηχογραφούσαηχογραφούσεςηχογραφούσεηχογραφούσαμεηχογραφούσατεηχογραφούσαν / ηχογραφούσανε
Αόριστοςηχογράφησαηχογράφησεςηχογράφησεηχογραφήσαμεηχογραφήσατεηχογράφησαν / ηχογραφήσαν / ηχογραφήσανε
Μέλλονταςθα ηχογραφήσω / θα ηχογραφώθα ηχογραφήσεις / θα ηχογραφείςθα ηχογραφήσει / θα ηχογραφείθα ηχογραφήσουμε / θα ηχογραφούμεθα ηχογραφήσετε / θα ηχογραφείτεθα ηχογραφήσουν / θα ηχογραφήσουνε / θα ηχογραφούν / θα ηχογραφούνε
Παρακείμενοςέχω ηχογραφήσειέχεις ηχογραφήσειέχει ηχογραφήσειέχουμε ηχογραφήσειέχετε ηχογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ηχογραφήσειείχες ηχογραφήσειείχε ηχογραφήσειείχαμε ηχογραφήσειείχατε ηχογραφήσει—
Υποτακτικήνα έχω ηχογραφήσει / να ηχογραφήσω / να ηχογραφώνα έχεις ηχογραφήσει / να ηχογραφήσεις / να ηχογραφείςνα έχει ηχογραφήσει / να ηχογραφήσει / να ηχογραφείνα έχουμε ηχογραφήσει / να ηχογραφήσουμε / να ηχογραφούμενα έχετε ηχογραφήσει / να ηχογραφήσετε / να ηχογραφείτενα ηχογραφήσουν / να ηχογραφήσουνε / να ηχογραφούν / να ηχογραφούνε
Προστακτική—ηχογράφησε——ηχογραφήστε / ηχογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →