ηχογραφώ
•
- καταγράφω ήχους σε κάποιο μέσο, συνήθως μαγνητικό, ώστε να είναι δυνατόν αυτοί αργότερα να αναπαραχθούν από κατάλληλη συσκευή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ηχογραφώ < ηχο- + -γραφώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ηχογραφώ | ηχογραφείς | ηχογραφεί | ηχογραφούμε | ηχογραφείτε | ηχογραφούν / ηχογραφούνε |
| Παρατατικός | ηχογραφούσα | ηχογραφούσες | ηχογραφούσε | ηχογραφούσαμε | ηχογραφούσατε | ηχογραφούσαν / ηχογραφούσανε |
| Αόριστος | ηχογράφησα | ηχογράφησες | ηχογράφησε | ηχογραφήσαμε | ηχογραφήσατε | ηχογράφησαν / ηχογραφήσαν / ηχογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα ηχογραφήσω / θα ηχογραφώ | θα ηχογραφήσεις / θα ηχογραφείς | θα ηχογραφήσει / θα ηχογραφεί | θα ηχογραφήσουμε / θα ηχογραφούμε | θα ηχογραφήσετε / θα ηχογραφείτε | θα ηχογραφήσουν / θα ηχογραφήσουνε / θα ηχογραφούν / θα ηχογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω ηχογραφήσει | έχεις ηχογραφήσει | έχει ηχογραφήσει | έχουμε ηχογραφήσει | έχετε ηχογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ηχογραφήσει | είχες ηχογραφήσει | είχε ηχογραφήσει | είχαμε ηχογραφήσει | είχατε ηχογραφήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω ηχογραφήσει / να ηχογραφήσω / να ηχογραφώ | να έχεις ηχογραφήσει / να ηχογραφήσεις / να ηχογραφείς | να έχει ηχογραφήσει / να ηχογραφήσει / να ηχογραφεί | να έχουμε ηχογραφήσει / να ηχογραφήσουμε / να ηχογραφούμε | να έχετε ηχογραφήσει / να ηχογραφήσετε / να ηχογραφείτε | να ηχογραφήσουν / να ηχογραφήσουνε / να ηχογραφούν / να ηχογραφούνε |
| Προστακτική | — | ηχογράφησε | — | — | ηχογραφήστε / ηχογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →