θαυματουργικός
•
- που έχει σχέση με τον θαυματουργό (ενίοτε και το θαύμα) ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θαυματουργικός < μεσαιωνική ελληνική θαυματουργικός < ελληνιστική κοινή θαυματουργός (θαυματουργ(ός) + -ικός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θαυματουργικός | θαυματουργική | θαυματουργικό |
| Γενική | θαυματουργικού | θαυματουργικής | θαυματουργικού |
| Αιτιατική | θαυματουργικό | θαυματουργική | θαυματουργικό |
| Κλητική | θαυματουργικέ | θαυματουργική | θαυματουργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θαυματουργικοί | θαυματουργικές | θαυματουργικά |
| Γενική | θαυματουργικών | θαυματουργικών | θαυματουργικών |
| Αιτιατική | θαυματουργικούς | θαυματουργικές | θαυματουργικά |
| Κλητική | θαυματουργικοί | θαυματουργικές | θαυματουργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →