θεά
•
- θηλυκή θεότητα Βικιλεξικό
- Ψάλλε, θεά, τὸν τρομερὸν θυμὸν τοῦ Ἀχιλλέως,
- πῶς ἔγινε στοὺς Ἀχαιοὺς ἀρχὴ πολλῶν δακρύων·
- Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
- μεταφορικάπολύ όμορφη γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θεά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική θεά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θεά | θεές |
| Γενική | θεάς | θεών |
| Αιτιατική | θεά | θεές |
| Κλητική | θεά | θεές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →