θλίψη
•
- η λύπη, ο ψυχικός πόνος Βικιλεξικό
- νιώθω θλίψη που μου μιλάς έτσι
- η ψυχική πίεση Βικιλεξικό
- δεν μπορώ να αντιδράσω από τη θλίψη
- μηχανικήπίεση, σύνθλιψη Βικιλεξικό
- Η περίσφιγξη ενεργοποιείται, επειδή η βλάβη στο σκυρόδεμα υπό τη δράση είτε άμεσης αξονικής είτε διαγώνιας θλίψης (για συνδυασμό αξονικού φορτίου και τέμνουσας) εκφράζεται με διόγκωση του εγκιβωτισμένου σκυροδέματος.
- Ταστάνη, Σ, Δερβίσης, Α., Πανταζοπούλου, Σ. Οπλισμένο Σκυρόδεμα υπό Θλίψη με ΙΟΠ Μανδύες: Αναλυτική Προσέγγιση Κονιορτοποίησης του Σκυροδέματος και Λυγισμού του Διαμήκους Οπλισμού, Τεχνικά Χρονικά, ΤΕΕ, 2010-2011
- σπάνιοστείψιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θλίψη < μεσαιωνική ελληνική θλίψη < αρχαία ελληνική θλῖψις < θλίβω / φλίβω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bhlig- (χτυπώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θλίψη | θλίψεις |
| Γενική | θλίψης | θλίψεων |
| Αιτιατική | θλίψη | θλίψεις |
| Κλητική | θλίψη | θλίψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →