προϊδεάζω
•
- δίνω σε κάποιον μια αδρή ιδέα για το τι τον περιμένει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προϊδεάζω προ- + ιδεάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προϊδεάζω | προϊδεάζεις | προϊδεάζει | προϊδεάζουμε | προϊδεάζετε | προϊδεάζουν / προϊδεάζουνε |
| Παρατατικός | προϊδέαζα | προϊδέαζες | προϊδέαζε | προϊδεάζαμε | προϊδεάζατε | προϊδέαζαν / προϊδεάζαν / προϊδεάζανε |
| Αόριστος | προϊδέασα | προϊδέασες | προϊδέασε | προϊδεάσαμε | προϊδεάσατε | προϊδέασαν / προϊδεάσαν / προϊδεάσανε |
| Μέλλοντας | θα προϊδεάζω / θα προϊδεάσω | θα προϊδεάζεις / θα προϊδεάσεις | θα προϊδεάζει / θα προϊδεάσει | θα προϊδεάζουμε / θα προϊδεάσουμε | θα προϊδεάζετε / θα προϊδεάσετε | θα προϊδεάζουν / θα προϊδεάζουνε / θα προϊδεάσουν / θα προϊδεάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προϊδεάσει | έχεις προϊδεάσει | έχει προϊδεάσει | έχουμε προϊδεάσει | έχετε προϊδεάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προϊδεάσει | είχες προϊδεάσει | είχε προϊδεάσει | είχαμε προϊδεάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προϊδεάσει / να προϊδεάζω / να προϊδεάσω | να έχεις προϊδεάσει / να προϊδεάζεις / να προϊδεάσεις | να έχει προϊδεάσει / να προϊδεάζει / να προϊδεάσει | να έχουμε προϊδεάσει / να προϊδεάζουμε / να προϊδεάσουμε | να έχετε προϊδεάσει / να προϊδεάζετε / να προϊδεάσετε | να προϊδεάζουν / να προϊδεάζουνε / να προϊδεάσουν / να προϊδεάσουνε |
| Προστακτική | — | προϊδέαζε / προϊδέασε | — | — | προϊδεάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προϊδεάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →