Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιδιαίτερος

/iˈði̯e.te.ɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο προσωπικός γραμματέας κάποιου, πχ ενός υπουργού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιδιαίτερος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰδιαίτερος, συγκριτικός βαθμός του ἴδιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιδιαίτερη / ιδιαίτερος / ιδιαίτεροιδιαίτερες / ιδιαίτεροι / ιδιαίτερα
Γενικήιδιαίτερης / ιδιαίτερου / ιδιαίτερουιδιαίτερων / ιδιαίτερων / ιδιαίτερων
Αιτιατικήιδιαίτερη / ιδιαίτερο / ιδιαίτεροιδιαίτερες / ιδιαίτερους / ιδιαίτερα
Κλητικήιδιαίτερη / ιδιαίτερε / ιδιαίτεροιδιαίτερες / ιδιαίτεροι / ιδιαίτερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ιδιαίτερος

/iˈði̯e.te.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανήκει σε κάποιον, που είναι δικός του και τον χαρακτηρίζει Βικιλεξικό
    • τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός ατόμου
  2. ξεχωριστός Βικιλεξικό
    • του έχω ιδιαίτερη αδυναμία
    • ποτέ οι πωλήσεις των βιβλίων μου δεν ξεπερνούσαν το φράγμα της πρώτης, άντε το πολύ της δεύτερης έκδοσης. «Μη στενοχωριέσαι. Είναι γιατί είσαι ιδιαίτερος συγγραφέας. Σε διαβάζουν λίγοι αλλά εκλεκτοί ... » Με τέτοια με παρηγορούσε ο μπαγάσας. Ήταν από τους δυο τρεις που έβγαινα για ποτό και που εμπιστευόμουν τα χειρόγραφα να ακούσω τη γνώμη τους. (Κώστας Ακριβός, Γάλα Μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)

Ετυμολογία

ιδιαίτερος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰδιαίτερος, συγκριτικός βαθμός του ἴδιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιαίτεροςιδιαίτερηιδιαίτερο
Γενικήιδιαίτερουιδιαίτερηςιδιαίτερου
Αιτιατικήιδιαίτεροιδιαίτερηιδιαίτερο
Κλητικήιδιαίτερειδιαίτερηιδιαίτερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιδιαίτεροιιδιαίτερεςιδιαίτερα
Γενικήιδιαίτερωνιδιαίτερωνιδιαίτερων
Αιτιατικήιδιαίτερουςιδιαίτερεςιδιαίτερα
Κλητικήιδιαίτεροιιδιαίτερεςιδιαίτερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →