ιερογράφος
•
- που συγγράφει ιερά βιβλία ή (γενικότερα) με τον αρμόζοντα τρόπο Βικιλεξικό
- που εικονογραφεί αγίους ή (γενικότερα) ιερά πρόσωπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιερογράφος < ιερο- + -γράφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιερογράφος | ιερογράφοι |
| Γενική | ιερογράφου | ιερογράφων |
| Αιτιατική | ιερογράφο | ιερογράφους |
| Κλητική | ιερογράφε | ιερογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →