ισκιώνω
•
- ρίχνω τον ίσκιο μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισκιώνω < ίσκι(ος) + -ώνω < αρχαία ελληνική σκιά
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισκιώνω | ισκιώνεις | ισκιώνει | ισκιώνουμε | ισκιώνετε | ισκιώνουν / ισκιώνουνε |
| Παρατατικός | ίσκιωνα | ίσκιωνες | ίσκιωνε | ισκιώναμε | ισκιώνατε | ίσκιωναν / ισκιώναν / ισκιώνανε |
| Αόριστος | ίσκιωσα | ίσκιωσες | ίσκιωσε | ισκιώσαμε | ισκιώσατε | ίσκιωσαν / ισκιώσαν / ισκιώσανε |
| Μέλλοντας | θα ισκιώνω / θα ισκιώσω | θα ισκιώνεις / θα ισκιώσεις | θα ισκιώνει / θα ισκιώσει | θα ισκιώνουμε / θα ισκιώσουμε | θα ισκιώνετε / θα ισκιώσετε | θα ισκιώνουν / θα ισκιώνουνε / θα ισκιώσουν / θα ισκιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ισκιώσει | έχεις ισκιώσει | έχει ισκιώσει | έχουμε ισκιώσει | έχετε ισκιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισκιώσει | είχες ισκιώσει | είχε ισκιώσει | είχαμε ισκιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισκιώσει / να ισκιώνω / να ισκιώσω | να έχεις ισκιώσει / να ισκιώνεις / να ισκιώσεις | να έχει ισκιώσει / να ισκιώνει / να ισκιώσει | να έχουμε ισκιώσει / να ισκιώνουμε / να ισκιώσουμε | να έχετε ισκιώσει / να ισκιώνετε / να ισκιώσετε | να ισκιώνουν / να ισκιώνουνε / να ισκιώσουν / να ισκιώσουνε |
| Προστακτική | — | ίσκιωνε / ίσκιωσε | — | — | ισκιώνετε / ισκιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →