σκιάζω
•
- κάνω σκιά πάνω σε κάτι, π.χ. χρησιμοποιώντας ένα αντικείμενο σαν την ομπρέλα. Βικιλεξικό
- Περίμενε να σκιάσω μια γωνιά στη βεράντα για να κάτσουμε χωρίς να μας χτυπάει ο ήλιος.
- μεταφορικάεπισκιάζω Βικιλεξικό
- Το όνομα του πατέρα του τον σκιάζει ό,τι και να κάνει.
- Το ατύχημα σκίασε την εορταστική ημέρα.
- δημιουργώ σκιές σε μια εικόνα, σε ένα σκίτσο, σε ένα πίνακα ζωγραφικής, ένα σχέδιο Βικιλεξικό
- Πρέπει να σκιάζεις με αγάπη το έργο σου, γιατί η σκια είναι σκοτεινή, όμως όταν ζωγραφίζεις εκείνη είναι που αναδεικνύει το φως.
- σκουραίνω με γραμμοσκίαση διάφορα σημεία σε ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο ή σε μια άσκηση γεωμετρίας για να ξεχωρίσουν από το υπόλοιπο, χωρίς απαραιτήτως να υποδηλώνεται σκιά Βικιλεξικό
- Σκιάστε το τμήμα που αναλογεί στο εμβαδόν που υπολογίσατε.
- λαϊκότροποτρομάζω, φοβίζω Βικιλεξικό
- Μη με σκιάζεις με ιστορίες για φαντάσματα τέτοια ώρα!
- Σκιάχτηκα μ' αυτά τα τρομερά που γίνηκαν!
- Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν (1823), από την 4η στροφή
Ετυμολογία
σκιάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σκιάζω (κάνω σκιά)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκιάζω | σκιάζεις | σκιάζει | σκιάζουμε | σκιάζετε | σκιάζουνε / σκιάζουν |
| Παρατατικός | σκίαζα / έσκιαζα | σκίαζες / έσκιαζες | σκίαζε / έσκιαζε | σκιάζαμε | σκιάζατε | σκιάζαν / σκιάζανε / σκίαζαν / έσκιαζαν |
| Αόριστος | σκίασα / έσκιαξα | σκίασες / έσκιαξες | σκίασε / έσκιαξε | σκιάσαμε / σκιάξαμε | σκιάσατε / σκιάξατε | σκίασαν / σκιάσαν / σκιάσανε / έσκιαξαν / σκιάξανε / σκιάξαν |
| Μέλλοντας | θα σκιάζω / θα σκιάσω / θα σκιάξω | θα σκιάζεις / θα σκιάσεις / θα σκιάξεις | θα σκιάζει / θα σκιάσει / θα σκιάξει | θα σκιάζουμε / θα σκιάσουμε / θα σκιάξουμε | θα σκιάζετε / θα σκιάσετε / θα σκιάξετε | θα σκιάζουνε / θα σκιάζουν / θα σκιάσουν / θα σκιάσουνε / θα σκιάξουν / θα σκιάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκιάσει / έχω σκιάξει | έχεις σκιάσει / έχεις σκιάξει | έχει σκιάσει / έχει σκιάξει | έχουμε σκιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκιάσει / είχα σκιάξει | είχες σκιάσει / είχες σκιάξει | είχε σκιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να σκιάζω / να έχω σκιάσει / να σκιάσω / να έχω σκιάξει / να σκιάξω | να σκιάζεις / να σκιάσεις / να έχεις σκιάσει / να έχεις σκιάξει / να σκιάξεις | να σκιάζει / να σκιάσει / να έχει σκιάσει / να έχει σκιάξει / να σκιάξει | να σκιάζουμε / να σκιάσουμε / να έχουμε σκιάσει / να σκιάξουμε | να σκιάζετε / να σκιάσετε / να σκιάξετε | να σκιάζουνε / να σκιάζουν / να σκιάσουν / να σκιάσουνε / να σκιάξουν / να σκιάξουνε |
| Προστακτική | — | σκίασε / σκίαζε / σκιάξε / σκιάζε | — | — | σκιάζετε / σκιάξτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκιάζομαι | — | — | — | — | — |
| Αόριστος | σκιάστηκα / σκιάχτηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα σκιάζομαι | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να σκιάζομαι | — | — | — | — | — |
| Προστακτική | — | — | — | — | σκιάστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →