καθούμενος
•
- λαϊκότροπολαϊκός τύπος του καθήμενος που κάθεται στην έκφραση στα καλά καθούμενα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθούμενος: κάθ(ομαι) + λαϊκότροπη κατάληξη μετοχών -ούμενος ως μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος κάθομαι. Συγκρίνετε με το καθήμενος & το καθισμένος.
Άλλοι τύποι
καθούμενακαθούμενεκαθούμενεςκαθούμενηκαθούμενηςκαθούμενοκαθούμενοικαθούμενοςκαθούμενουκαθούμενουςκαθούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →