καθίζω
•
- τοποθετώ κάποιον σε κάθισμα Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςοδηγώ πλεούμενο να ακουμπήσει στον πυθμένα Βικιλεξικό
- λαϊκότροποκάθομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καθίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθίζω | καθίζεις | καθίζει | καθίζουμε | καθίζετε | καθίζουν / καθίζουνε |
| Παρατατικός | κάθιζα | κάθιζες | κάθιζε | καθίζαμε | καθίζατε | κάθιζαν / καθίζαν / καθίζανε |
| Αόριστος | κάθισα | κάθισες | κάθισε | καθίσαμε | καθίσατε | κάθισαν / καθίσαν / καθίσανε |
| Μέλλοντας | θα καθίζω / θα καθίσω | θα καθίζεις / θα καθίσεις | θα καθίζει / θα καθίσει | θα καθίζουμε / θα καθίσουμε | θα καθίζετε / θα καθίσετε | θα καθίζουν / θα καθίζουνε / θα καθίσουν / θα καθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καθίσει | έχεις καθίσει | έχει καθίσει | έχουμε καθίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθίσει | είχες καθίσει | είχε καθίσει | είχαμε καθίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθίσει / να καθίζω / να καθίσω | να έχεις καθίσει / να καθίζεις / να καθίσεις | να έχει καθίσει / να καθίζει / να καθίσει | να έχουμε καθίσει / να καθίζουμε / να καθίσουμε | να καθίζετε / να καθίσετε | να καθίζουν / να καθίζουνε / να καθίσουν / να καθίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε καθισμένο / κάθιζε / κάθισε | — | — | καθίζετε / καθίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →