κούραση
•
- η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος μετά από υπερβολική εργασία. Έχει ως συμπτώματα τη μείωση των δυνάμεων καθώς και της δραστηριότητας, και συνοδεύεται συνήθως από αίσθημα αδυναμίας. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κούραση < μεσαιωνική ελληνική κούραση < κουράζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κούραση | — |
| Γενική | κούρασης | — |
| Αιτιατική | κούραση | — |
| Κλητική | κούραση | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →