Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κούραση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάποιος μετά από υπερβολική εργασία. Έχει ως συμπτώματα τη μείωση των δυνάμεων καθώς και της δραστηριότητας, και συνοδεύεται συνήθως από αίσθημα αδυναμίας. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κούραση < μεσαιωνική ελληνική κούραση < κουράζω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκούραση—
Γενικήκούρασης—
Αιτιατικήκούραση—
Κλητικήκούραση—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →