καρυότυπος
•
- βιολογίαη απεικόνιση των χρωμοσωμάτων κάποιου ανά ζεύγη και βάσει του μεγέθους τους Βικιλεξικό
- Δύο νέες επαναστατικές διαγνωστικές μέθοδοι ταράζουν και πάλι τα νερά στο χώρο της γενετικής. Το ερώτημα είναι αν η καρυοχαρτογράφηση και ο μοριακός καρυότυπος θα επιτρέπουν απλώς στους γονείς να φέρουν στη ζωή υγιή παιδιά, ή θα ανοίξουν ουσιαστικά το δρόμο για τη δημιουργία ανθρώπων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 15/6/2010)
Ετυμολογία
καρυότυπος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική caryotype ή λόγιο ενδογενές δάνειο: karyotype < αρχαία ελληνική κάρυον + τύπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρυότυπος | καρυότυποι |
| Γενική | καρυοτύπου / καρυότυπου | καρυοτύπων / καρυότυπων |
| Αιτιατική | καρυότυπο | καρυοτύπους / καρυότυπους |
| Κλητική | καρυότυπε | καρυότυποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →