κάτι
•
- δηλώνει ιδιαίτερο χαρακτηριστικό Βικιλεξικό
- Έχει αυτό το κάτι που τραβάει όλους τους άντρες· την ερωτεύονται αμέσως.
- ιδιωματικόμία πτυχή, μια δίπλα Βικιλεξικό
- Και να που ήρθε. Τόσο αργά. Τώρα που η κυρούλα έγινε δυο κάτια απ’ τα χρόνια. Τριάντα χρόνια ύστερα απ’ την πρώτη φορά που άρχισε να το μελετά αυτό το ταξίδι.
- έκφραση: γίνομαι δυο κάτια
- μεταφορικάκοπιάζω για να εξυπηρετήσω κάποιον Βικιλεξικό
- Εγινε δυο κάτια για να μας βρει δωμάτιο να μείνομε! Τσακίστηκε να μας εξυπηρετήσει!
- παρωχημένες σημασίεςμια δίπλα Βικιλεξικό
- Κάμε το τρία κάτια το πανί.
- παρωχημένες σημασίεςόροφος σπιτιού Βικιλεξικό
- παρωχημένες σημασίεςνήμα από περισσότερα, μιας κλωστής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάτι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάτι < κἄν + τι με αποβολή του < ν > κατά το κάποιος
Άλλοι τύποι
κάτια
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →